σύζυξ

σύζυξ
-υγος, ό, ἡ, Α
1. (κυρίως για υποζύγια) ζευγμένος στον ίδιο ζυγό («πάντα πράγματα παρέχων τῷ σύζυγι [ἵππω]», Πλάτ.)
2. ενωμένος
3. πληθ. oἱ, aἱ σύζυγες
άνδρας και γυναίκα ενωμένοι με τα δεσμά τού γάμου, το ανδρόγυνο, οι σύζυγοι.
[ΕΤΥΜΟΛ. < συν-* + -ζυξ (βλ.λ. ζυγός), πρβλ. ομό-ζυξ].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Look at other dictionaries:

  • σύζυξ — united masc/fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συζύγων — σύζυξ united masc/fem gen pl σύζυγος yoked together masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σύζυγα — σύζυξ united masc/fem acc sg σύζυγος yoked together neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σύζυγας — σύζυξ united masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σύζυγε — σύζυξ united masc/fem nom/voc/acc dual σύζυγος yoked together masc/fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σύζυγες — σύζυξ united masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σύζυγι — σύζυξ united masc/fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σύζυγος — σύζυξ united masc/fem gen sg σύζυγος yoked together masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δίζυξ — δίζυξ, ο, η και διζυγής, ές (Α) 1. (για ζώα) ο ζευγμένος με άλλον 2. διπλός. [ΕΤΥΜΟΛ. < δι * + ζυξ < (θ.) ζυγ τού εζύγην, παθητικός αόρ. β του ζεύγνυμι (πρβλ. άζυξ, ομόζυξ, σύζυξ)] …   Dictionary of Greek

  • ομοσύζυξ — ὁμοσύζυξ, υγος, ὁ, ἡ, και ως ουδ. μόνο στον πληθ. ὁμοσύζυγα, τὰ (Α) αυτός που έχει συζευχθεί, που έχει ενωθεί με κάποιον. [ΕΤΥΜΟΛ. < ομ(ο) * + σύζυξ, υγος] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”